ἔμμαλλος

ἔμμαλλος, ον,
A woolly, fleecy, Luc.Cyn.5.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έμμαλλος — ἔμμαλος, ον (AM) μσν. (για πρόσ.) αυτός που έχει μακριά μαλλιά αρχ. (για πρόβατα) αυτός που έχει πλούσιο τρίχωμα, δασύμαλλος …   Dictionary of Greek

  • ἐμμάλλους — ἔμμαλλος woolly masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔμμαλλα — ἔμμαλλος woolly neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.